Χρέη Προέδρου της Μ.Κ.Ο. «Σύγχρονη Δελφική Αμφικτυονία» ασκεί ο συγγραφέας Λάκης Αποστολόπουλος.
Προφίλ Προγράμματα Οργάνωση Επικοινωνία Περιεχόμενα
   
 
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΪΟΑΝΝΟΥ

ΝΙΚΟΣ ΤΖ. ΣΕΡΓΗΣ
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας
Μεταδιδακτορικός ερευνητής, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων


Ο ΛΕΝΙΝΙΣΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΥ;
ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΧΩΡΙΣ ΣΥΜΦΙΛΙΩΣΗ ΣΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ
ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ


Στους γονείς μου


«Για τον μπολσεβικισμό, η αποτελεσματικότητα ενός κόμματος είναι συνάρτηση της ομοιογένειάς του. [...] Ο μόνος τρόπος για να πραγματοποιηθεί μια πλήρης ομοιογένεια [...] είναι να υπάρχει ένας μόνο αρχηγός: μόνο μένοντας μόνος με τον εαυτό του ένας άνθρωπος μπορεί να γίνει ‘πλήρως ομοιογενής’, και πάλι θα πρέπει πρώτα να έχει απογυμνωθεί από τις περισσότερες από τις ανθρώπινες ιδιότητες –πράγμα που όπως αποδείχτηκε από την πράξη δεν είναι πολύ δύσκολο»:
Παπαϊωάννου, Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού, 73-74.

«‘L’unite de pensee et d’action ne signifie [en Bakounine] rien d’autre qu’orthodoxie et obeissance aveugle’. L’accusation de ‘jesuitisme’ revient sans cesse dans la polemique [de Marx]. Mais ne sommes-nous pas plutot deja en plein ‘leninisme’?»:
Παπαϊωάννου, L’Ideologie Froide, 35.


Όντας μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής της Ημερίδας για τον Κώστα Παπαϊωάννου, είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω από κοντά τις δυσκολίες που συνεπάγεται το να αποπειράται μια ομάδα επιστημόνων, ορμώμενων από την ακαδημαϊκή κοινότητα, να «στήσει» για πρώτη φορά μια πανεπιστημιακής μορφής εκδήλωση για έναν «αγνοημένο» (Παπαϊωάννου 1999) ή «αδικημένο» φιλόσοφο. Η πρόκληση είναι ανάλογη των δυσχερειών, καθώς η «αποκατάσταση» στην Ιστορία της Φιλοσοφίας για έναν διανοητή μη ομαλά ενταγμένο εντός αυτής, εκτός από προσωπικό διανοητικό «χρέος» για μένα, είναι πλέον και καθήκον της κοινότητας που εργάζεται γύρω από τις ιδέες της Σύγχρονης Ελληνικής Φιλοσοφίας. Αναφέρομαι στο επιστημονικό έλλειμμα μιας ακαδημαϊκά προερχόμενης αναψηλάφησης του έργου του Παπαϊωάννου, η οποία μάλιστα θα λαμβάνει και το δημόσιο χαρακτήρα μιας συνάντησης συνεδριακής μορφής. Δεν θα αναφερθώ εδώ στα προφανή μειονεκτήματα της ώς τώρα κατάστασης, ούτε στην αναγκαιότητα της «χαρτογράφησης» μιας επιμέρους προσωπικότητας της φιλοσοφικής σκέψης, διαδικασία η οποία οφείλει να αντλεί πρωτίστως τους κανόνες της από το ακαδημαϊκό συγκείμενο των όρων και της μεθόδου. Αρκούμαι στο να εκφράσω την προσωπική μου ικανοποίηση, υπογραμμίζοντας απλώς τις δυσκολίες που αντιμετώπισα στην έως τώρα έρευνά μου για τον Παπαϊωάννου εξαιτίας αυτών ακριβώς των ελλείψεων. Ως προς το παρόν, θα επιχειρήσω να εξετάσω ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζεται στη θεωρία του έλληνα φιλοσόφου, με ατελέσφορο μάλιστα τρόπο. Πρόκειται για την αντιπαράθεση της ιδέας του ανθρωπισμού –η οποία εντοπίζεται στο μαρξιστικό θεωρητικό οπλοστάσιο του διανοητή- με τη θεωρία και πράξη του λενινισμού, που θεωρείται από αυτόν ως ιδεολογικός προπομπός του σταλινισμού. Επιχειρώντας μια καθολική εποπτεία της διανοητικής εξέλιξης του Παπαϊωάννου, θα προσπαθήσω να τεκμηριώσω εδώ γιατί θεωρώ την αντίθεση αυτή άλυτο πρόβλημα, γιατί η ενασχόληση του έλληνα φιλοσόφου μετέβη από το «ανθρωπιστικό» στο «λενινιστικό» συγκείμενο ιδεών –δια μέσω του μαρξισμού- χωρίς να επιτύχει μια εσωτερική, «συστημική» λύση του προβλήματος.
Στη διδακτορική μου διατριβή υποστήριξα (Σέργης 2003: 16-19) ότι η θεωρία του Παπαϊωάννου μπορεί να διαιρεθεί ως εξής: α) «ανθρωπιστική» περίοδος (1942-1959), όπου ο φιλόσοφος αντιμετωπίζει την προοπτική αναβίωσης του κλασικού ανθρωπισμού, για την ακρίβεια το πώς μπορεί να «χρησιμεύσει» το αρχαίο πολιτικό και «κοσμικό» ιδεώδες ως κριτήριο του «Πνεύματος» της εποχής μας (Σέργης 2005γ). Με γνώμονα κυρίως την «πρακτική σκοπιμότητα» του μύθου (Παπαϊωάννου 2004: 126-129) –μολονότι η σύγχρονη «μυθολογία» (π.χ. η σταλινική «ιδεολογία» ή η μοντέρνα «μεσσιανική δαιμονοπληξία») διαχωρίζεται θεμελιωδώς από το «διαπαιδαγωγητικό» χαρακτήρα του αρχαίου μύθου- ο Παπαϊωάννου επιμένει στο αξίωμα της «παιδευτικής» αξίας της σκέψης ως ιστορικής μνήμης (1967: 12), η οποία μπορεί στην Ιστορία της Φιλοσοφίας να λάβει τη μορφή μύθου, όπως στον Hegel. Στον αντίποδα αυτής της θεώρησης φαίνεται αρχικά να στέκει ο νιτσεϊκός ισχυρισμός περί «ανατροπής όλων των αξιών», μολονότι ο έλληνας φιλόσοφος κάνει χρήση αυτής της παραδοχής ως διαλεκτικού σταδίου «επαν-ανύψωσης» της Πολιτικής Φιλοσοφίας στο επίπεδο του «μοναδικού συνηγόρου υπεράσπισης του ανθρώπου στο Δικαστήριο της Ιστορίας», μέσω μιας ερμηνείας «συμφιλιωτικής» ως προς τη νιτσεϊκή αντίθεση: «απολλώνιο – διονυσιακό» (Παπαϊωάννου 1972: 85-86). Στην «ανθρωπιστική» περίοδο ανήκουν συνολικά τα κείμενα που εκδόθηκαν πρόσφατα από το Πανεπιστήμιο Πειραιώς (Παπαϊωάννου 2004) και υπό αυτό το πρίσμα θα πρέπει να μελετηθούν. β) «μαρξιστική» περίοδος (1955-1967). Υιοθέτησα το συγκεκριμένο όρο για την περίοδο αυτή, καθόσον κατά τη διάρκειά της ο Παπαϊωάννου αποδίδει το μέγιστο της ανάλυσής του επί των μαρξικών έργων, προσπαθώντας έτσι να απαντήσει αφενός στην κοσμοθεωρία του «διαλεκτικού υλισμού» και αφετέρου στις κυρίαρχες στην εποχή συζητήσεις περί «μαρξιστικού ανθρωπισμού». Ο έλληνας φιλόσοφος δεν εγκαταλείπει πλήρως τις προγενέστερες ιδέες του κατά τη δεύτερη περίοδο, αντιθέτως μέσω του «διαλόγου Marx-Hegel» αποπειράται μια ιστορικο-φιλοσοφική προσέγγιση της σύγχρονης «εσχατολογίας» ως εγελιανού σταδίου εξέλιξης ή, αλλιώς, ως μιας πρωτοφανούς για την Ιστορία της Φιλοσοφίας σύζευξης πολιτικής και φιλοσοφίας, η οποία εκφράστηκε μέσα στη «l’age d’or» της μαρξιστικής θεωρίας, στην τελευταία αλλά όχι έσχατη «periode heroique » του κοινωνικού κινήματος (Παπαϊωάννου 1967: 49), κατά το διάστημα μεταξύ 1905 και 1917 όπου η ανθρωπότητα στο «ανώτερο επίπεδο πολιτικής συνείδησής» της έφτασε όσο ποτέ κοντά στο «πλατωνικό ιδεώδες των φιλοσόφων βασιληάδων» (1980: 142). Στο μεταίχμιο μεταξύ «μαρξιστικής» και «λενινιστικής» (της γ΄ περιόδου του έργου του έλληνα φιλοσόφου) εντοπίζεται θεωρητικά η σύλληψη του «πολιτικού ανθρώπου στο Δικαστήριο της Ιστορίας», του θεμελιώδους επιχειρήματος του Παπαϊωάννου. Σύμφωνα με αυτό, η πολιτική είναι μια «σπάνια» νίκη του ανθρώπινου Πνεύματος, μια επισφαλής κατάσταση ωρίμανσης της σύγχρονης συνειδητότητας, όπου ο άνθρωπος αυτόφωτος και «μόνος με τον ίσκιο του» δικάζεται ενώπιον του «List der Vernunft» στο «Δικαστήριο της Ιστορίας», με μόνο του συμπαραστάτη την ικανότητα της πολιτικής συνείδησης, την τάση του να αντισταθεί στην «παθητικότητα» και την «αδιαφορία» προκειμένου να οικοδομήσει την ίδια του την Ιστορία (Παπαϊωάννου 1962: 362, 1988: 146-147, 1992β: 194, 2003: 96-97). Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες της συζύγου του και του Alain Pons στο συγγραφέα αυτού του άρθρου, ο Παπαϊωάννου ανάλωσε το τελευταίο μέρος της θεωρητικής του πορείας (1967-1981) σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αναμετρηθεί με το «μυστικό» του λενινισμού. Δεν μπορούμε να αποφανθούμε οριστικά κατά πόσον το «μυστικό» αυτό τού αποκαλύφθηκε, καθότι οι εμφανείς αδυναμίες των τελευταίων κειμένων του –που εξηγούνται εν μέρει από τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε- καθώς και η έλλειψη νέων, γόνιμων ιδεών, συνδυαζόμενη με τη θεωρητική απίσχνανση, δεν μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε αν το αδιέξοδο ήταν όντως ανυπέρβλητο ή αν ο ίδιος δεν ήταν πια διανοητικά εις θέση να αντιμετωπίσει αυτό το μείζον για αυτόν πρόβλημα. Όμως αν, όπως υποστηρίζω, η τρίτη περίοδος της διανοητικής εξέλιξης του Παπαϊωάννου παρουσιάζει τα παραπάνω προβλήματα, τίθεται το ερώτημα: «Γιατί επιλέχθηκε στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου η αντίθεση μεταξύ λενινισμού και ανθρωπισμού ως αφετηρία μιας επιμέρους εποπτικής ανασυγκρότησης του όλου έργου του φιλοσόφου;».
Θα προσπαθήσω να απαντήσω στη συνέχεια, εντοπίζοντας την παρουσία της ασυμφιλίωτης αυτής αντίθεσης και στις τρεις περιόδους του έργου του, όπου το δίλημμα που αναδείχθηκε μέσω των διενέξεων περί «σοσιαλιστικού ανθρωπισμού» και τη μελέτη των «νεανικών» Χειρογράφων του Marx μετασχηματίζεται μόνο ως προς τους εξωτερικούς όρους ύπαρξης –δηλαδή το συγκείμενο των εκάστοτε ιδεών του Παπαϊωάννου- αλλά όχι ως προς την ουσία του. Με τον ορισμό του «ανθρωπισμού», όπως τον αποδέχεται αρχικά ο έλληνας φιλόσοφος, συμπλέκεται στη συνέχεια η μελέτη του «νεαρού» Marx ως δυνητικού «συνομιλητή» του Hegel, ενώ στην αντιπαράθεση με τη «θεωρία και πράξη» του σταλινισμού αναζητείται –μέσω της «ευθύνης» του μαρξισμού για το «νιχιλιστικό» φαινόμενο της γραφειοκρατίας και του «ολοκληρωτισμού» (Παπαϊωάννου 1988: 44)- η ενοποιός ουσία του τριδύμου: «μαρξισμός – λενινισμός – σταλινισμός», της «φόρμας» εκείνης του «μαρξισμού του Marx» που όσο πιο δογματική γίνεται τόσο περισσότερο αδυνατεί να διατυπώσει το ίδιο το «ορθό δόγμα» (2004: 208). Όπως μπορεί να διαφανεί και από τα κείμενα αυτού του πρόσφατα εκδοθέντος τόμου, η αφετηρία του Παπαϊωάννου συνίσταται στην αντιπαράθεση «ανθρωπισμού» και «πραγματοποιημένου μηδενισμού» εντός της Ιστορίας του 20ου αιώνα, στο γιατί η προαναγγελία «του μηδενισμού ως μιας ‘φυσιολογικής κατάστασης’» (Παπαϊωάννου 1983: 140), από έναν περιπλανώμενο «τρελό» όπως ο Nietzsche (2004: 197), επιβεβαιώθηκε στο ήμισυ του προηγούμενου αιώνα, σύμφωνα με την παραδοχή του έλληνα φιλοσόφου. Ένας πρώτος λοιπόν ορισμός του «ανθρωπισμού» πρέπει να αναζητηθεί στην αντίστιξή του με το «μηδενισμό» των αξιών του Πνεύματος και της πολιτικής συνείδησης, στα πλαίσια των δύο «ολοκληρωτικών» κατ’ αυτόν φαινομένων του 20ου αιώνα, το ένα μάλιστα εκδηλωθέν «στο όνομα του μαρξισμού». Θα σπεύσω εδώ επίσης να προλάβω την ερώτηση σχετικά με το ερωτηματικό στον τίτλο του άρθρου: η ρητώς παραδεχόμενη από τον Παπαϊωάννου αντίθεση συνίσταται στην ανωτέρω ιστορικά οριζόμενη αντίστιξη μεταξύ «ανθρωπισμού» και «μηδενισμού» και ως προς αυτήν αποδίδει ο ίδιος μια συνεκτική, «συστημική» λύση. «Ο λενινισμός εναντίον του ανθρωπισμού» προκύπτει στη θεωρία του έλληνα φιλοσόφου εσωτερικά, ως απότοκο του «νιχιλιστικού» φαινομένου της σταλινικής γραφειοκρατίας και, μολονότι το ζήτημα τον απασχολεί, το διατυπώνει μόνο πλαγίως, ενώ όπως προανέφερα δεν καταφέρνει να συγκροτήσει μια πιθανή διέξοδο.
Ο «ανθρωπισμός», κατά Παπαϊωάννου, αρθρώνεται ως εξής: α) ως αίτημα της σύγχρονης κοσμοθεωρίας να επαναφέρει τις «αξίες» του Πνεύματος με αιχμή έναν ανθρωποκεντρισμό που δεν θα οικοδομείται γύρω από την «ψυχρή» κανονιστικότητα ενός Λόγου υπερανθρώπου –με την έννοια ότι θα αποκλείει τις «ανθρώπινες, πολύ ανθρώπινες» ιδιότητες της Ζωής που «φέρνει το θάνατο μέσα στον κόσμο», κατά την εγελιανή έκφραση που δανείζεται ο Παπαϊωάννου (1992α: 72-74)- αλλά θα προσανατολίζεται προς την πολιτική ικανότητα του όντος να υπερασπιστεί την κοινωνική συγκρότηση του σοσιαλισμού. Ο «νιχιλισμός» λοιπόν, που αποκαλύφθηκε θεωρητικά από τον Nietzsche και προέκυψε πρακτικά στην κατοπινή Ιστορία, αποτελεί ένα είδος σύγχρονου «μύθου – γέφυρας προς τον Λόγο» στο «σύστημα» του έλληνα φιλοσόφου, μια ευκαιρία για τη σύγχρονη φιλοσοφία να επανακτήσει την ουσία του ανθρωπισμού. β) ο ουμανισμός μπορεί να δομηθεί επάνω στις αρχαιοελληνικές «κατακτήσεις» της Πολιτείας και της σχέσης με τον «κόσμο» (Παπαϊωάννου 1992β: 33-34), στο βαθμό που η σύγχρονη συνείδηση έχει τη δυνατότητα να κατανοήσει το «μεγαλείο» αλλά και την «προσωρινότητα της ανωτερότητας» του Πνεύματος. Σύμφωνα με τον Παπαϊωάννου, η Ιστορία της Φιλοσοφίας δεν χαρακτηρίζεται από μια τελεολογία της έννοιας της ελευθερίας –όπως υποστήριζε ο «δάσκαλός» του Hegel- αλλά εξελίσσεται σε μια διαδοχή «ανωτερότητας» και ύφεσης των αξιών, μια σειρά επισφαλών και δυναμικών ισορροπιών των κοινωνικών και πνευματικών δυνάμεων, που ενίοτε επιτυγχάνουν να «ανυψωθούν» εκεί όπου η πολιτική συνείδηση γίνεται «ένα με τον ίσκιο της» μέσα στον «εκλεκτικισμό» του σύγχρονου ουμανιστικού πολιτισμού (Παπαϊωάννου 2004: 149-152). Στο σημείο αυτό είναι αρκετά εμφανής ο ιδιότυπος πλατωνισμός του Παπαϊωάννου, διόλου δυσεξήγητος δεδομένου ότι τα δύο πρώτα από τα κείμενα, που συμπεριλήφθηκαν στον τόμο: Από τον αρχαιοελληνικό στον ευρωπαϊκό ουμανισμό, αφορούν σε μια πρωτόλεια απόπειρα ερμηνείας της πλατωνικής θεωρίας. Τέλος, γ) ο ανθρωπισμός, στην ωριμότερη σύγχρονη έκφρασή του, ταυτίζεται με την επαναστατική κοινωνιολογία του «γηραιού» Marx. Κατά τον Παπαϊωάννου, αυτή ορίζει και καθορίζεται από τις δυνατότητες, τη μέθοδο και τα όρια της ταξικής πάλης, κατά την περίοδο όπου ο «γηραιός» Marx είχε καταφέρει να απαλλαχθεί από τις «μηδενιστικές» αξιώσεις της «νεότητας» –«fabulations de jeunesse» και «philosophie barbare» τις χαρακτηρίζει ο Παπαϊωάννου, βασισμένος στη σιωπηρή «αυτοκριτική» του «κοινωνιολόγου» Marx (1983: 82-83)-, οι οποίες θεωρήθηκαν από τον ίδιο ως «ξεπέρασμα» της εγελιανής φιλοσοφίας και κάκιστα από κάποιους από τους επιγόνους του ως μαρξικός «ανθρωπισμός». Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο «ουμανισμός» του έλληνα φιλοσόφου δεν είναι απλός ανθρωποκεντρισμός στο όνομα ενός αφηρημένου Λόγου. Συνίσταται στο συγκεκριμένο αίτημα της «εγρήγορσης» της συνείδησης του «πολιτικού ανθρώπου στο Δικαστήριο της Ιστορίας», στην πάλη για τη μετατροπή της σε δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού και τέλος στη γνώση του επισφαλούς της χαρακτήρα.
Το ότι ο Παπαϊωάννου ασκεί κριτική στις ιδέες του «νεαρού» Marx, βάσει των «ορθών» (Σέργης 2005β), «invariables» κανόνων της Ιστορίας της Φιλοσοφίας που υπέδειξε ο Hegel (Παπαϊωάννου 1983: 149), εδράζεται στην εξής αρχική προϋπόθεση που θέτει ο ίδιος στη μελέτη του: τη χωρίς θέσφατα πολεμική, αφενός κατά της σταλινικής «ψυχρής ιδεολογίας» και αφετέρου κατά της «εικονοκλαστικής» αθώωσης του Marx από το μηδενισμό που έφερε στο φως η πραγματοποίηση της θεωρίας του. Έτσι ο «νεαρός» Marx απαλλάσσεται από το «φωτοστέφανο» του «ανθρωπιστή», ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται η αποκάλυψη της εσωτερικής σύνδεσης του «ώριμου» Marx με την ουσία της επαναστατικής θεωρίας. Θα ήταν δύσκολο στο πλαίσιο του παρόντος να αναλυθούν όλες οι, κατά Παπαϊωάννου, επιμέρους συνιστώσες της «νεανικής» μαρξικής θεωρίας που εγείρουν αμφιβολίες ως προς την «αθωότητά» της για το φαινόμενο του σταλινικού «μηδενισμού» (π.χ. η ιστορική αιτιοκρατία, η εσχατολογία του διπολικού σχήματος κοινωνικής ρήξης κ.ά.), το σίγουρο όμως είναι ότι η κύρια στόχευση της ερμηνείας του έλληνα φιλοσόφου τοποθετείται στην αυτονομία της πολιτικής δράσης από τον οικονομικό παράγοντα, εις αντίθεση του σχήματος: «βάση – εποικοδόμημα». Η ωριμότητα κατά της «απάθειας», η εγρήγορση κατά της «αδιαφορίας» συνιστούν τις μείζονες κατηγορίες της πολιτικής συνείδησης, μη αναγόμενες τελικά άμεσα στις οικονομικές σχέσεις που τις υποβαστάζουν. Προκειμένου να τεκμηριώσει το σχήμα αυτό, ο Παπαϊωάννου επικαλείται στο όνομα του «ανθρωπισμού» μια εκτενή σειρά ιστορικών και κοινωνιολογικών αναλύσεων.
Καθώς ο έλληνας φιλόσοφος καθιστά την έννοια της πολιτικής συνείδησης προεξάρχουσα στη θεωρία του –εξαίροντας παράλληλα τη διορατικότητα του Hegel, ο οποίος παρόλο που «ηττήθηκε» στη θεωρία «νίκησε τον Marx στην πράξη» (Παπαϊωάννου 1990: 61), υποδεικνύοντας την πολιτική δύναμη κοινωνικής συνοχής που διαθέτει η «γραφειοκρατία» (1990: 92), με σχέση ανεξαρτησίας προς την «οικονομική σφαίρα»-, εντοπίζει στη λενινιστική θεωρία για το ρόλο του Κόμματος την υπονόμευση αυτής της συνείδησης. Χωρίς να αγνοεί τις «αμφιταλαντεύσεις» του Λένιν ως προς την ουσία της «Κομμούνας» (1983: 310-311, 314, 320), ο Παπαϊωάννου τοποθετεί την άρση της θεμελιώδους «ουμανιστικής αρχής ότι ‘η απελευθέρωση του ανθρώπου αποτελεί έργο αυτού του ίδιου του ανθρώπου’» (2004: 129) στη λενινιστική επιχειρηματολογία περί της «πρωτοπορίας του Κόμματος» –και δεν είναι τυχαίο ότι εδώ ο έλληνας φιλόσοφος παραφράζει τη «φράση – βάση όλης της μαρξιστικής πολιτικής: ‘η απελευθέρωση των εργαζομένων είναι έργο αυτών των ίδιων των εργαζομένων’» (1980: 71). Διαβλέποντας μέσα στη θεωρία του Λένιν μία από τις «μεταμορφώσεις» του μαρξισμού, σπεύδει να συμπεράνει ότι μέσω αυτής της παραδοχής «ο δρόμος ήταν ανοιχτός» για τον αφανισμό της ταξικής πάλης και την προσωπολατρία. Σύμφωνα με τον Παπαϊωάννου, η επικράτηση του λενινισμού –ως πολιτική κυριαρχία των μπολσεβίκων και συνακόλουθη ιδεολογική μετατόπιση στην ερμηνεία του μαρξισμού- συνιστά την αρχή του τέλους μιας εποχής, όπου η σύμπλευση «φιλοσοφίας και πολιτικής» ανήγαγε το ουμανιστικό περιεχόμενο της θεωρίας σε ένα αξιοθαύμαστο επίπεδο «ανωτερότητας» –ο έλληνας φιλόσοφος τονίζει ιδιαίτερα τη σπανιότητα των ιστορικών στιγμών όπου «διανοούμενοι και εργάτες» δρουν από κοινού (Παπαϊωάννου 1988: 168). Η προεπαναστατική εποχή στην Ευρώπη, η οποία μπορεί να θεωρηθεί και ως εκδήλωση ενός αξιοσημείωτου «εκλεκτικισμού» ιδεών, αποτελεί για τον Παπαϊωάννου την τελευταία αναγωγή του Πνεύματος στα υψηλότερα στάδια και τούτο κυρίως λόγω της ωρίμανσης της πολιτικής συνείδησης – κριτηρίου του ανθρωπισμού. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι το «μυστικό» του λενινισμού δεν ήταν για αυτόν παρά η ενδιάμεση βαθμίδα μιας διαλεκτικής διαδικασίας «παρακμής του μαρξισμού και του [πολιτικού] πνεύματος που έκανε δυνατή την εμφάνιση του μαρξισμού» (Παπαϊωάννου 1988: 148), με την «τελεολογική» διαδικασία της εγελιανής Φιλοσοφίας της Ιστορίας αντεστραμμένη ωστόσο, καθώς ο πολιτικός άνθρωπος οδηγήθηκε στην «απάθεια» των ολοκληρωτικών καθεστώτων εσωκλείοντας στη συνείδηση μια νέας μορφής «αποξένωση» στο κόμμα και στον άβουλο πολίτη (Παπαϊωάννου 1990: 190-192). Θα ισχυριζόμουν επίσης ότι αυτή η «στιγμή» της εξέλιξης ήταν για τον έλληνα φιλόσοφο το πιο κρίσιμο στάδιο για την έλευση του «ολοκληρωτισμού», καθώς κυοφορούσε μια «απρόσμενη ανατροπή» των θεμελιωδών προτάσεων της μαρξικής θεωρίας, εισάγοντας την «αυθόρμητη» ανάπτυξη των ιδεών στη συγκρότηση και επιρροή της κομματικής «πρωτοπορίας», ερήμην των ταξικών σχηματισμών που υποτίθεται ότι θα έπρεπε απλώς να «αντανακλούν» (Παπαϊωάννου 1977: 43). Σε αυτό το απαισιόδοξο σχήμα «μεταμόρφωσης» του μαρξισμού – ανθρωπισμού, το μόνο «μυστήριο» που έμενε να διαλευκανθεί για τον Παπαϊωάννου ήταν η υποχώρηση της θεωρίας και της συνείδησης έναντι ενός ανερχόμενου «καισαροπαπισμού», για τον οποίο ο λενινισμός δεν λείανε απλώς το έδαφος αλλά διαμόρφωσε τις συνθήκες για τη συνειδησιακή του επικράτηση.
Μπορούμε να αναζητήσουμε μία από τις αιτίες για τη μετατροπή της απελευθερωτικής θεωρίας σε ένα «άρρητο μυστικό» – λίκνο του «δεσποτισμού», σύμφωνα με τον Παπαϊωάννου, στην υποστηριζόμενη από τον Λένιν ανεπάρκεια της μαρξικής θεωρίας ως προς την εφαρμογή των κριτηρίων της στο καθεστώς του οποίου αποτελούσε την «ideologie officielle» (1979: 26), ενώ αντιθέτως, κατά τη γνώμη του έλληνα φιλοσόφου, το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης ήταν εκείνο όπου η μαρξική γλώσσα παρέμεινε για τον 20ο αιώνα «plus que jamais legitime» (1977: 41). Είτε «αντιμαρξιστική» είτε «υπερμαρξιστική» η πραγματική εξέλιξη του καθεστώτος, την επαύριον της Οκτωβριανής Επανάστασης η γραφειοκρατία θεμελιώθηκε επί τη βάσει ενός «μυστηρίου» οδηγώντας τη θεωρία στην «αυτοαποξένωσή» της (1988: 40-45). Έτσι, ο Παπαϊωάννου κατηγορεί τη λενινιστική θεωρία για «σολιψισμό» (1983: 296, 308, 333-334), συνδεόμενο κατ’ αυτόν άμεσα με την υποταγή της «societe civile» στο μηχανισμό του ολοκληρωτικού Κράτους (1977: 42), χωρίς να αποκρύπτει ταυτόχρονα την ομοθυμία του αφενός προς την κριτική του Τρότσκι και της Rosa Luxembourg στις λενινιστικές αξιώσεις περί της «εργοστασιακής πειθαρχίας» του προλεταριάτου (1990: 180-182, 1983: 363, 373) και αφετέρου προς τις απόψεις του Marx για τη «δεσποτική» φύση της πειθαρχίας του εργοστασίου (1980: 78). Το ερώτημα περί του «μυστικού» της λενινιστικής θεωρίας θα φαινόταν τετριμμένο, αν η κυριαρχία της επί των «φυγόκεντρων τάσεων που αποκάλυψε η Οκτωβριανή Επανάσταση» κρινόταν αποκλειστικά και μόνο υπό την οπτική των μέσων και των σκοπών της εδραίωσης της επανάστασης. Τον Παπαϊωάννου όμως ενδιαφέρει η παρακμή του μαρξισμού και «της πολιτικής εν γένει», που ακολούθησε την επιβολή του λενινισμού στη θεωρία του «ορθόδοξου» μαρξισμού και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το «μυστικό»: ο μηχανισμός κατά τον οποίο η πολιτική συνείδηση δέχτηκε εξαρχής την «επιστημονική πρωτοπορία» του κόμματος (τη μετεξέλιξη της ενγκελσιανής θεωρίας των «διαλεκτικών νόμων» στο σύνολο του γίγνεσθαι). Στο σημείο αυτό ακριβώς, η θεωρία του έλληνα φιλοσόφου εγκλωβίστηκε σε ένα αναπάντητο ερώτημα, που αφορά άμεσα στην «προσωρινότητα» ή «ενδεχομενικότητα» της ανώτερης πολιτικής συνείδησης. Στο γιατί η μετά κόπων κατάκτηση της πολιτικής ωριμότητας οδήγησε στα «Γκουλάγκ» και τις «Δίκες της Μόσχας».
Είτε ο Παπαϊωάννου προσπάθησε να διερευνήσει τις επαναστατικές δυνατότητες της μάζας είτε στράφηκε σε αυτές καθαυτές τις προοπτικές του ανθρωπισμού – μαρξισμού για τη συνείδηση, η Γένεση του Ολοκληρωτισμού –εκτενώς μελετώμενη στο ομώνυμο έργο του 1959- αποτέλεσε εφεξής το μόνιμο στόχο της πολεμικής του έλληνα φιλοσόφου, πολλώ δε μάλλον εφόσον αυτή οικοδομήθηκε «στο όνομα του μαρξισμού». Στο εν λόγω έργο, ο έλληνας φιλόσοφος αφιερώνει στη λενινιστική θεωρία περί του Κόμματος μια εκτενέστατη και πλήρη ανάλυση, τόσο για την ιδεολογική της καταγωγή όσο και για τον «προοιμιακό» της χαρακτήρα ως προς τον «ολοκληρωτισμό» (1980: 71-86, 129-137, 142-163), ανάλυση την οποία θα χρησιμοποιήσει αργότερα στην επεξεργασία των άρθρων της «λενινιστικής» περιόδου. Το «αίνιγμα» του λενινισμού απασχόλησε τον Παπαϊωάννου από τα αμιγώς «ουμανιστικά» έργα του ώς τις εμβριθείς αναλύσεις των μαρξικών έργων και τις τελευταίες μελέτες του για τη λενινιστική θεωρία. Η «ενδεχομενικότητα» της ώριμης πολιτικής συνείδησης στην καταφανώς μη τελεολογική θεώρηση του έλληνα φιλοσόφου αποτελεί ίσως μια πρώτη απάντηση στις «μεταμορφώσεις» του μαρξισμού, όμως η εμμονή του Παπαϊωάννου στα ίδια αναπάντητα μοτίβα δηλώνει το μη επαρκές αυτής της λύσης. Η «παρακμή της μαρξιστικής θεωρίας», που ισοδυναμεί με την εξάντληση του ανθρωπιστικού της περιεχομένου, για τον έλληνα φιλόσοφο αποδίδεται όπως φαίνεται στην ισχύ και επιβολή του λενινισμού ως κυριαρχούσας συνιστώσας της μετεπαναστατικής θεωρίας της ταξικής πάλης. Η πολεμική του κατά της λενινιστικής «ιδεολογίας» του Κόμματος, που ομοιάζει σε πολλά σημεία με την κριτική του Karl Korsch, διαπερνά όλο το έργο του μέχρι τα σαφώς «ασθενέστερα» κείμενα της «λενινιστικής» περιόδου, δεν εγκαταλείπεται ποτέ, όχι ως κατάφαση ή άρνηση αλλά ως ερώτημα. Γιατί η ικανότητα της μάζας να αυτο-οργανώνεται –της οποίας την αμφισβήτηση από τον Λένιν την επαύριον της επανάστασης επανειλημμένως επικαλείται ο Παπαϊωάννου (λ.χ. 1980: 250)- εκτοπίστηκε από ένα γραφειοκρατικό μηχανισμό που αναπαράγει την «αποξένωση» τόσο εντός του (1967: 155-159) όσο και στην κοινωνία; Γιατί ο νέος «ουμανισμός» του 20ου αιώνα και οι σύγχρονοι «μύθοι» περί Ιστορίας και προόδου δεν αποδείχτηκαν επαρκείς για να προλάβουν την έλευση του «πραγματοποιημένου μηδενισμού»; Γιατί η «ανώτερη» πολιτική συνείδηση, που αντιμετώπισε το ενδεχόμενο να πλάσει η ίδια την Ιστορία του ανθρώπου –χωρίς εδώ να διαφοροποιείται ούτε κατ’ ελάχιστο ο Παπαϊωάννου από τη μαρξική επαναστατική κοινωνιολογία-, «μηδενίστηκε» σταδιακά στις «μεταμορφώσεις» της από την «πρωτοπορία του κόμματος» ώς το σταλινικό ολοκληρωτισμό; Τέλος, αν αντιμετωπίσουμε το δίλημμα που έθεσε ο έλληνας φιλόσοφος εκτός του «συστήματός» του, διατηρώντας τους δικούς του όρους θεμελίωσης ως προς αυτό, μπορούμε σήμερα, 90 σχεδόν χρόνια μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, να δώσουμε μια συνεκτική για την πολιτική συνείδηση λύση; Η απάντηση στο τελευταίο ερώτημα μπορεί πιστεύω να αποτελέσει έναν άξονα ανασυγκρότησης και ταυτόχρονα έναν δείκτη της «επικαιρότητας του έργου του Κώστα Παπαϊωάννου», στη σημερινή εποχή όπου η πολιτική συνείδηση δείχνει να τίθεται και πάλι εν αμφιβόλω.
Μια θεωρία επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού στον 21ο αιώνα θα μπορούσε πιθανώς να χαράξει εκ νέου τις συνιστώσες της –εντός ή εκτός των περιθωρίων του μαρξισμού- διαβαίνοντας ερμηνευτικά από τα ανοιχτά προβλήματα που έθεσε ο έλληνας φιλόσοφος. Τα ζητήματα της κοινωνικής διαχείρισης, της εξουσίας και της δράσης τελικά του πολιτικού ανθρώπου, τα οποία εκφράζονται φιλοσοφικο-ιστορικά μέσω της διερεύνησης της «μεταμόρφωσης» της μαρξιστικής θεωρίας καθώς και από την ασυμφιλίωτη αντίθεση μεταξύ του ανθρωπισμού – μαρξισμού και των λενινιστικών αξιωμάτων, αποτελούν μια σειρά αναπάντητων ακόμη ερωτημάτων για το κοινωνικό κίνημα, μιας και οι πιθανές λύσεις που προτάθηκαν στην «Ιστορία και Δικαστήριο του μαρξισμού» δεν είναι μάλλον ικανοποιητικές. Αν θεωρήσουμε, μαζί με τον Παπαϊωάννου, την πορεία της πολιτικής συνείδησης ως μια διαδοχή υφέσεων και ακμών, τότε η απάντηση στο: «γιατί;» της υποχώρησης του πολιτικού ανθρώπου απέναντι στη δημιουργία και άνοδο της γραφειοκρατίας μοιάζει τετριμμένη. Δεδομένου ότι το πρόβλημα δεν είναι τόσο απλό –και έτσι ίσως εξηγείται η αδυναμία του Παπαϊωάννου να δώσει μια «συνεκτική» λύση- η λήθη των «λαθών» δεν είναι ο καλύτερος σύμμαχος, σε μια πολιτική συνείδηση που αγωνίζεται στις μέρες μας να διεκδικήσει πλέον την ίδια της την ύπαρξη, εάν πράγματι μας ενδιαφέρει να ξεπεράσουμε ως κοινωνία τον κυρίαρχο ώς σήμερα «απαθή και αδιάφορο πολίτη» που γεννήθηκε στην «παρακμή» των γραφειοκρατικών καθεστώτων.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Δεδομένου ότι η ταξινόμηση των έργων του Παπαϊωάννου γίνεται εδώ κατά κανόνα με βάση τις πιο πρόσφατες εκδόσεις, προκειμένου να διευκολυνθεί ο αναγνώστης ως προς την εποπτική παρακολούθηση της εξέλιξης των ιδεών του συγγραφέα στο κύριο μέρος του άρθρου, στο κάθε έργο προστίθεται ένα κεφαλαίο γράμμα ανάλογα με την περίοδο στην οποία ανήκει:
Α = «ανθρωπιστική», Μ = «μαρξιστική» και Λ = «λενινιστική».

Cahier Kostas Papaioannou, L’Amitie, les travaux et les jours, επιμ. L. Catteeuw, F. Bordes, εκδ. «Didier Sedon/Acedia», Παρίσι 2004.
Νούτσος Παναγιώτης, Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ώς το 1974, τ. Α΄: 1990, τ. Β΄: 1991+1992, τ. Γ΄: 1993, τ. Δ΄: 1994, εκδ. «Γνώση», Αθήνα.
Παπαϊωάννου Κώστας. Ένας Μεγάλος Αγνοημένος, «Βιβλιοθήκη», εφημ. Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 1999.
Aφιέρωμα στον Κώστα Παπαϊωάννου: «Η αντίθεση ελληνικού Λόγου και δυτικού Διαφωτισμού στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου», Άρδην, 43 (2003) 21-41.
Ο χρόνος ωριμάζει το έργο του φιλοσόφου Κώστα Παπαϊωάννου, «Διαδρομές», εφημ. Η Θεσσαλία, Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2004.
Παπαϊωάννου Κώστας, «La fondation du totalitarisme. Note sur la conception leniniste du parti», Res Publica, 5 (1962) 345-362. (Μ)
- , L’Ideologie Froide. Essai sur le Deperissement du Marxisme, εκδ. «Pauvert», Ουτρέχτη 1967. (Μ – Λ)
- , «Les Idees contre l’Ideologie. Formes et degres de la debolchevisation», Revue Francaise de Science Politique, 19 (1969) 46-62. (Λ)
- , La Civilisation et l’Art de la Grece Ancienne, εκδ. «Mazenod», Παρίσι 1972. (Λ)
- , «La Conception Leniniste du Parti», Est et Οuest, 587 (1977) 1/41-6/46. (Λ)
- , «Lenine ou le Socialisme Scientifique au Pouvoir», Contrepoint 30 (1979) 9-27. (Λ)
- , Η Γένεση του Ολοκληρωτισμού. Οικονομική Υπανάπτυξη και Κοινωνική Επανάσταση, εκδ. «Imago», Αθήνα 1980. (Μ)
- , De Marx et du Marxisme (Επιλογή κειμένων), Εισαγωγή, επιμέλεια: R. Aron, εκδ. «Gallimard», Παρίσι 1983. (Μ)
- , Ο Μαρξισμός σαν Ιδεολογία (Επιλογή κειμένων), Εισαγωγή: Γ. Καραμπελιάς, εκδ. «Κομμούνα», Αθήνα 1988. (Μ)
- , Κράτος και Φιλοσοφία: Ο Διάλογος Marx – Hegel ΙΙ, Εισαγωγή: Γ. Καραμπελιάς, εκδ. «Κομμούνα», Αθήνα 1990. (Μ)
- , Χέγκελ, μτφ. Γ. Φαράκλα, Εισαγωγή Γ. Καραμπελιάς εκδ. «Εναλλακτικές», Αθήνα, α+β έκδοση 1992. (Μ)
- , Η αποθέωση της Ιστορίας (Επιλογή κειμένων), μτφ. Σπ. Κακουριώτης, Εισαγωγή Γ. Καραμπελιάς, εκδ. «Εναλλακτικές», Αθήνα 1992. (Μ – Λ)
- , Φιλοσοφία και Τεχνική. Ο Διάλογος Marx – Hegel III, Εισαγωγή: Γ. Καραμπελιάς, εκδ. «Εναλλακτικές», Αθήνα 1994. (Μ)
- , Μάζα και Ιστορία (Γενική θεωρία της επαναστατικής μάζας), Εισαγωγή: Γ. Καραμπελιάς, εκδ. «Εναλλακτικές», Αθήνα 2003. (Α)
- , Από τον αρχαιοελληνικό στον ευρωπαϊκό ουμανισμό (Επιλογή Κειμένων), επιμέλεια: Θ. Καλαφάτης, εκδ. «Πανεπιστήμιο Πειραιώς», Πειραιάς 2004. (Α)
Σέργης Τζ. Νίκος, «Η εν Ελλάδι έρευνα για τη φιλοσοφική σκέψη του Κώστα Στρ. Παπαiωάννου (Τάσεις επιστημονικής αποκατάστασης ενός φιλοσοφικού έργου)», Τα Νέα του Κ.Ε.ΝΕ.Φ., 8 (2001) 36-41.
- , Κώστας Παπαϊωάννου: Από τη Φιλοσοφία της Ιστορίας στην Ιστορία της Φιλοσοφίας (διδακτορική διατριβή), Ιωάννινα 2003.
- , «Η επαναστατική συνείδηση στο λυκόφως του μύθου. Προεκτάσεις της μελέτης του Κώστα Παπαϊωάννου: Μάζα και Ιστορία», Νέα Εστία (2005).
- , «Η μέθοδος πρόσληψης του Hegel από τον Marx: το ερμηνευτικό κλειδί του Κώστα Παπαiωάννου για το διαλεκτικό υλισμό» στο: Πρακτικά του 9ου Πανελληνίου Συνεδρίου Φιλοσοφίας: Μέθοδος και Ερμηνεία, Θεσσαλονίκη 2005 (υπό έκδοση).
- , «Modern Greek Philosophy. Balancing between modernity and a great heritage», Magyar Filozofiai Szemle (2005), (υπό έκδοση).
Τερζάκης Φ., Το πνεύμα στην εξορία (Παπαϊωάννου – Καστοριάδης -Αξελός), εκδ. «Έρασμος», Αθήνα 2003.


 

 
   

Powered by:  Prosvasi Web Design & Software