|
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΠΑΠΑΪΟΑΝΝΟΥ
ΝΙΚΟΣ ΤΖ. ΣΕΡΓΗΣ
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας, Πανεπιστήμιο
Ιωαννίνων
ΠΤΥΧΕΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
Κώστας Παπαϊωάννου: από τον «ενταφιασμό»
στην «αγιοποίηση»
Ένα από τα αξιοσημείωτα περίεργα
της φιλοσοφικής έρευνας στην πατρίδα
μας είναι η μέχρι πρόσφατα παρατηρούμενη
ισχνότητα του ενδιαφέροντος για
την εγχώρια σκέψη, ο δισταγμός
των ερευνητών να ασχοληθούν με
τους έλληνες φιλοσόφους που κατά
τεκμήριο αξίζουν τον κόπο. Δεν
αναφέρομαι προφανώς στους αρχαίους
θεμελιωτές του φιλοσοφείν: Προσωκρατικούς,
Σοφιστές κ.λ.π. Όπως είναι φυσικό,
μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής έρευνας
από τον 19ο αιώνα –αν όχι το μεγαλύτερο-
στρέφεται στους «πατέρες» της
δυτικής σκέψης, συνάδοντας προς
το ευρύ ευρωπαϊκό ενδιαφέρον.
Ο λόγος εδώ για τους έλληνες στοχαστές
του 20ου αιώνα, για το τμήμα εκείνο
της φιλοσοφικής «παραγωγής» που
είτε ελληνόφωνο είτε προερχόμενο
από έλληνες διανοητές –συμπεριλαμβάνοντας
έτσι τους «μετανάστες» φιλοσόφους
που δραστηριοποιήθηκαν στην αλλοδαπή-
δεν έτυχε της δέουσας προσοχής.
Είναι πολλοί οι λόγοι που συνέδραμαν
στον περιορισμένο ερευνητικό ορίζοντα
της ακαδημαϊκής τους μελέτης τουλάχιστον
ώς το 1980 (π.χ. πολιτικοί, οι
δυσκολίες «ταυτοποίησης» της ελληνικής
σκέψης εντός του «νεωτερικού»
διεθνούς περιβάλλοντος ιδεών κ.τ.λ.),
όμως η κατάσταση αυτή δείχνει
τα τελευταία χρόνια να αντιστρέφεται.
Σε αυτό σπουδαίο ρόλο φαίνεται
να παίζει το Πανεπιστήμιο της
πόλης μας, όπου η έρευνα περί
των πτυχών της νεοελληνικής και
σύγχρονης ελληνικής Φιλοσοφίας
διογκώνεται ευχάριστα. Μεταπτυχιακές
εργασίες, διδακτορικές διατριβές,
ερευνητικά κέντρα κ.ά. στραμμένα
σε αυτή την περιοχή λαμβάνουν
χώρα στον Τομέα Φιλοσοφίας του
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων με αμείωτους
ρυθμούς, έτσι ώστε να μπορούμε
να υποθέσουμε ότι το ηπειρώτικο
Πανεπιστήμιο «πρωταγωνιστεί» σε
αυτή την προσπάθεια κάλυψης του
κενού στη μελέτη των ιδεών. Σε
μια προσωπικότητα της ελληνικής
φιλοσοφίας, από τις πλέον «αγνοημένες»
ή «αδικημένες» μέχρι πρόσφατα,
είναι αφιερωμένο το παρόν άρθρο.
Αρκετή ιδιαιτερότητα παρουσιάζει
η τριάδα των «εμιγκρέδων» ελλήνων
φιλοσόφων που «μετανάστευσαν»
σε μια κρίσιμη για την Ελλάδα
περίοδο, όταν η εμφύλια σύρραξη
ήταν «προ των πυλών». Εξίσου αξιοσημείωτο
είναι το γεγονός ότι η επιστημονική
κοινότητα της πατρίδας τους δεν
θεώρησε έως σήμερα σημαντική περιοχή
μελέτης τις συνθήκες κυοφορίας
αυτής της «ελληνο-γαλλικής συνάντησης»
στην ιστορία των ιδεών, από κοινού
με την περαιτέρω παράλληλη εξέλιξη
του εν λόγω τμήματος των Φιλελλήνων,
όπως χαρακτήρισε η Μιμίκα Κρανάκη
τους μετέπειτα επιφανείς επιβάτες
του πλοίου Mataroa (εκδ. «Ίκαρος»,
Αθήνα 1992) –με εξαίρεση το «ασθενές»
επιστημονικά πόνημα του Φώτη Τερζάκη:
Το πνεύμα στην εξορία (εκδ. «Έρασμος»,
Αθήνα 2003) και την άρτια καταχώρησή
τους από τον Παναγιώτη Νούτσο
στη: Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα
(εκδ. «Γνώση», Αθήνα 1990-1994).
Συνοπτικά, μια ομάδα αριστερών
στην πλειονότητα εκκολαπτόμενων
διανοουμένων ξεκινά το 1945 το
ανεπίστροφο ταξίδι για το Παρίσι,
σε μια προσπάθεια του Γαλλικού
Ινστιτούτου να περισώσει «το πνεύμα»
της Ελλάδας –εν όψει μια πολωτικής
και αιματηρής σφαγής- αλλά και
να αφομοιώσει στο «καταφύγιο»
της γαλλικής πρωτεύουσας μια σειρά
ελπιδοφόρων στοχαστών. Το «πείραμα»
πέτυχε, αρκετοί από τους «πρόσφυγες»
του πλοίου διακρίθηκαν στη συνέχεια
στην ευρωπαϊκή σκέψη, μεταξύ των
οποίων οι Κορνήλιος Καστοριάδης,
Κώστας Παπαϊωάννου και Κώστας
Αξελός –ο τελευταίος είναι ήδη
οικείος στο γιαννιώτικο κοινό
από την τελετή: Αναγόρευσής του
σε επίτιμο Διδάκτορα Φιλοσοφίας
τού Πανεπιστημίου στις 14 Απριλίου
2000 (Τομέας Φιλοσοφίας, Ιωάννινα
2000). Μολονότι και ο Καστοριάδης
έχει προ πολλού λάβει τη θέση
που του αρμόζει στην ιστορία της
σύγχρονης ελληνικής φιλοσοφίας,
ο Παπαϊωάννου παραμένει μέχρι
σήμερα ο λιγότερο «δημοφιλής»
στο κοινό που ασχολείται με τη
φιλοσοφία, τη «γνωριμία» του οποίου
θα επιδιώξω στη συνέχεια.
Γιος του πρύτανη της Βιομηχανικής
Σχολής Πειραιά, ο Παπαϊωάννου
(1925-1981) εισήχθη στην παρισινή
διανόηση έχοντας ως «εφόδια» τα
ζητήματα ερμηνείας της αρχαίας
φιλοσοφίας (του πλατωνισμού κυρίως),
τις «προφητείες» του Nietzsche
καθώς και το μαρξισμό. Ειδικότερα,
ενδιαφέρθηκε κυρίως για τα «θεμέλια»
της μαρξικής και μαρξιστικής σκέψης,
όπως και για μια γόνιμη σύζευξη
των εγελιανών αναλύσεων περί «γραφειοκρατίας»
με το φαινόμενο του σοβιετικού
«ολοκληρωτισμού». Αναπαριστώντας
μια δυνητική εκδοχή τού «διαλόγου
Marx – Hegel», ο Παπαϊωάννου προέβη
σε μια πρωτοφανή για τα θεωρητικά
δεδομένα της εποχής «αποκαθήλωση»
της θεωρίας, «στο όνομα» της οποίας
οικοδομήθηκε το «κομμουνιστικό»
καθεστώς. Ο έλληνας φιλόσοφος
επέδειξε το «σθένος» αλλά και
το θράσος να αμφισβητήσει την
ανθρωπιστική πλευρά του ίδιου
του Marx στις μελέτες της «νεανικής»
του περιόδου, όταν το σύνολο σχεδόν
των διανοητών που επεχείρησαν
να αντιπαρατεθούν στο σταλινισμό
μετήλθε των εν λόγω έργων ως μοναδικής
αξιόπιστης «ατραπού» υπεράσπισης
του θεμελιωτή έναντι των έργων
των «επιγόνων» του. Ο Παπαϊωάννου
επέλεξε αυτόν τον άκρως «μοναχικό»
πνευματικό βίο –για όσα χρόνια
τουλάχιστον χρειάστηκε η μαρξιστική
σκέψη να αφαιρέσει το «φωτοστέφανο»
από τον ιδρυτή- ενδεχομένως διότι
είχε την «πολυτέλεια» να μην εμπλακεί
σε πολιτικές οργανώσεις και συλλογικότητες,
παραμένοντας ώς το πέρας του ημερολογιακού
βίου του ένας «καθαρόαιμος» διανοούμενος
και πανεπιστημιακός. Όντας «ανάδελφος»
στη πάλη των ιδεών κατά την περίοδο
που προετοίμασε την εξέγερση του
γαλλικού Μάη, ο εγελιανο-μαρξιστής
Παπαϊωάννου διατήρησε μια «περιθωριακή»
θέση στο «πάνθεον» των στοχαστών
που αναμετρήθηκαν με τη «θεωρία
και πράξη» του μαρξισμού, γεγονός
που συνέβαλε μαζί με άλλους παράγοντες
στον «ενταφιασμό» της θεωρίας
του.
Δεν ισχυρίζομαι πως ο έλληνας
φιλόσοφος, του οποίου η θεωρία
αποτέλεσε το αντικείμενο της διδακτορικής
μου διατριβής (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων,
Τομέας Φιλοσοφίας, Ιωάννινα 2003),
υπήρξε ο «σπουδαιότερος» ή ο πλέον
συστηματικός? τουναντίον, στο
σύνολο και στη διάρκειά της κρινόμενη
η εργασία των υπολοίπων δύο της
«παρέας» είναι μάλλον πληρέστερη
και πιο συγκροτημένη. Εντούτοις,
ο Παπαϊωάννου διακρίθηκε για την
πρωτοτυπία των φερόμενων ιδεών
παρά για τη συστηματική τους εξάντληση
–εξαιρουμένων βέβαια των αναλύσεών
του πάνω στους Marx και Hegel
που διατηρούν και σήμερα την αξία
τους ως τεκμηριωμένες και εις
βάθος ερμηνείες- και για αυτό
η σιωπή και το «κατευόδιο» που
του επιφύλαξε ο πνευματικός κόσμος
στην πατρίδα του είναι μάλλον
άδικα. Από το 1960 που δημοσιεύει
τη Γένεση του Ολοκληρωτισμού (ξανακυκλοφόρησε
από τις «Εναλλακτικές» εκδόσεις
το 1991) και για σχεδόν 20 χρόνια
στις φιλοσοφικές συζητήσεις στην
Ελλάδα παρατηρείται μία σχεδόν
απόλυτη «άγνοια» των θέσεών του
–με μοναδική εξαίρεση το περιοδικό:
Εποχές το οποίο διηύθυνε ο Άγγελος
Τερζάκης, όπου το 1966 δημοσιεύεται
ένα άρθρο του για τον Marx-, μολονότι
μέχρι το 1960 επέμεινε να εκδίδει
τα σημαντικότερα ίσως από τα έργα
του στα ελληνικά (π.χ. Τα θεμέλια
του μαρξισμού, επαναδημοσιευμένα
εν μέρει στα: Ο μαρξισμός σαν
ιδεολογία, Κράτος και Φιλοσοφία
και Φιλοσοφία και Τεχνική, όλα
από τις εκδόσεις «Εναλλακτικές»,
1988, 1990 και 1994 αντίστοιχα).
«Αποκηρυγμένος» εν πολλοίς από
τον «ορθόδοξο» μαρξισμό, λόγω
της ακραίας ομολογουμένως αντιπαράθεσής
του με το σταλινικό «ολοκληρωτισμό»,
ο Παπαϊωάννου παραμένει σχεδόν
άγνωστος στην πατρίδα του έως
το θάνατό του, χωρίς αυτό να οφείλεται
μόνο στην «παράλειψη» των θεωρητικών
που ευθυγραμμίζονταν με το καθεστώς
της τέως Σοβιετικής Ένωσης. Επιπροσθέτως,
θα πρέπει να αναφέρω ως «επιβαρυντικούς»
παράγοντες την προϊούσα παρακμή
των νεόκοπων ιδεών στη μετά το
1968 περίοδο, το περιορισμένο
εύρος του διαλόγου του με τα ανερχόμενα
ρεύματα ιδεών της δεκαετίας του
’70 καθώς και την απουσία πρόθεσης
από μέρους του να φροντίσει για
την «υστεροφημία» του, λίγο πριν
από το διαφαινόμενο τέλος της
ζωής του λόγω της πολύχρονης πάλης
με την «επάρατο νόσο». Πριν τη
μετά θάνατον «αποκατάσταση» στην
Ελλάδα, ο Παπαϊωάννου γίνεται
αντικείμενο παραποίησης και φορέας
ψευδών στην κυριολεξία θέσεων,
σε μια σύντομη απόπειρα αδιαφανών
κέντρων να εντάξουν τη θεωρία
του εντός μιας «ψυχροπολεμικής»
λογικής (Αθανάσιος Παπανδρόπουλος:
Νεκρή Κατάθεση Ι και ΙΙ στις εκδόσεις
«Imago» και «Ελληνική Ευρωεκδοτική»,
αντίστοιχα. Άραγε ο ψευδόμενος
δημοσιογράφος αγνοούσε το γεγονός
ότι οι «νεκρές» θα πρέπει κάποτε
να υπήρξαν;).
Με την έκδοση της Ψυχρής Ιδεολογίας
(εκδόσεις «Ύψιλον», Αθήνα 1986)
ξεκινά ουσιαστικά η «ανάσταση
του ενταφιασμένου», η επαναφορά
της θεωρίας του Παπαϊωάννου στις
παρυφές της σύγχρονης φιλοσοφικής
συζήτησης, με κοινωνικο-πολιτικούς
όρους πλέον που επιτρέπουν την
εκτός «ψυχροπολεμικών» φραγμών
ομαλή ένταξη του φιλοσόφου στο
μαρξιστικό συγκείμενο ιδεών. Με
πρωτοβουλία του Γιώργου Καραμπελιά,
αρχίζουν οι «Εναλλακτικές» εκδόσεις
(πρώην «Κομμούνα») τη δημοσίευση
των Απάντων του συγγραφέα και
άρχεται η συνήθης για τα ελληνικά
δεδομένα «αγιοποίηση» του εκλιπόντος.
Η θεωρία του Παπαϊωάννου γνωρίζει
νέες, πρωτότυπες προεκτάσεις στα
εκάστοτε ενδιαφέροντα του επιμελητή
των εκδόσεων –και ετέρων που μοιράζονται
με τον παραπάνω τις ίδιες αναζητήσεις,
όπως ο Θεόδωρος Ζιάκας- με αποτέλεσμα
και πάλι η εν λόγω «αγιοποίηση»
να έχει τα ακριβώς αντίθετα από
τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Ο έλληνας φιλόσοφος «εγκλωβίζεται»
εκ νέου σε ερμηνείες και παρερμηνείες
που απέχουν από τις τρέχουσες
τάσεις της ελληνικής φιλοσοφικής
«αγοράς»? ελλείψει μιας διεξοδικής
και πιστής στο πρωτότυπο μελέτης
καθώς και μιας συνεπούς ταξινόμησης
στην Ιστορία της Φιλοσοφίας, η
σκέψη του δεν παράγει κανέναν
επί της ουσίας διάλογο. Κι όμως,
τα έργα του Παπαϊωάννου αξίζουν
πράγματι μιας «ειλικρινούς» αναψηλάφησης,
τα ερμηνευτικά του δοκίμια για
το «διάλογο» του «νεαρού» Marx
με τον Hegel, την τύχη του σύγχρονου
ανθρωπισμού, την επαφή του με
το αρχαιοελληνικό «πρότυπο» όπως
και οι μελέτες περί Αισθητικής
(για παράδειγμα το: Τέχνη και
πολιτισμός στην αρχαία Ελλάδα
από τις «Εναλλακτικές» το 1994)
έχουν ακόμη να προσφέρουν στην
«κονίστρα» των ιδεών της πατρίδας
του. Εκ του παραλλήλου, εφόσον
ο διάλογος για το «κομμουνιστικό
πείραμα» δείχνει δειλά να ξεκινά,
η δριμεία κριτική του έλληνα φιλοσόφου
στα πολιτικά και φιλοσοφικά αδιέξοδα
που οδήγησαν τελικά στην «κατάρρευσή»
του είναι και πάλι επίκαιρη. Μήπως
όμως, όπως είναι άλλωστε φυσικό,
ήρθε η ώρα να αφαιρεθεί επίσης
το όψιμο «φωτοστέφανο» από τον
Παπαϊωάννου και η ακαδημαϊκή κοινότητα
να περιλάβει τις απόψεις που υποστηρίζει
στα ζητήματα που την απασχολούν;
Μάλλον η διετία 2004-2005 φαίνεται
να είναι η στιγμή για την προώθηση
αυτού του αναγκαίου γεγονότος.
Να μην θεωρηθεί «περιαυτολογία»,
αλλά ο Τομέας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου
Ιωαννίνων προηγήθηκε και αυτής
της διαδικασίας. Πέραν της διατριβής
που εκπονήθηκε, μια δίγλωσση ιστοσελίδα
προσαρτήθηκε στην κεντρική σελίδα
του Τομέα το 2000, διευρύνοντας
έτσι τον «ηλεκτρονικό» διάλογο
εκτός Ελλάδος, ενώ έγινε και μια
αποτυχημένη προσπάθεια να «κληρονομηθεί»
το «Αρχείο» τού φιλοσόφου στις
επόμενες γενιές ερευνητών με τη
δημιουργία παραρτήματος στη βιβλιοθήκη.
Ωστόσο, μετά το καλοκαίρι του
2004 οι εξελίξεις τρέχουν και
εκτός Ιωαννίνων. Το Πανεπιστήμιο
Πειραιώς, όπου ο Παπαϊωάννου δίδαξε
στη δεκαετία του ’50, ανέλαβε
τη διπλή πρωτοβουλία αφενός να
εκδώσει σε επιμέλεια Θανάση Καλαφάτη
μια «επιλογή κειμένων» υπό τον
τίτλο: Από τον αρχαιοελληνικό
στον ευρωπαϊκό ουμανισμό (αναμένεται
σύντομα να κυκλοφορήσει στο εμπόριο)
και αφετέρου να διοργανώσει (σε
συνεργασία με τον Τομέα Φιλοσοφίας
του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων) την
πρώτη εν Ελλάδι επιστημονική Ημερίδα
προς τιμήν του έλληνα φιλοσόφου
με τίτλο: Η επικαιρότητα του έργου
του πολιτικού φιλοσόφου Κώστα
Παπαϊωάννου στις 21 Οκτωβρίου
2004.
Οι προοπτικές για το 2005 είναι
εξίσου ευοίωνες: η «αναθέρμανση
του ενδιαφέροντος σε Ελλάδα και
Γαλλία», για την οποία έκανε λόγο
ο Παναγιώτης Νούτσος κατά την
έναρξη της Ημερίδας, απεικονίζεται
γραπτώς στο άρθρο του Στέφανου
Δημητρίου στο περιοδικό: Πολίτης,
Ιανουάριος, Απρίλιος 2005 (που
αποτελεί την πρώτη ίσως δημοσιευθείσα
προσπάθεια «διαλόγου» με τις απόψεις
του Παπαϊωάννου), στο άρθρο του
γράφοντος με τίτλο: «Η επαναστατική
συνείδηση στο λυκόφως του μύθου.
Προεκτάσεις της μελέτης του Κώστα
Παπαϊωάννου: Μάζα και Ιστορία»
στη: Νέα Εστία καθώς και στην
πρωτοβουλία του περιοδικού να
εκδώσει εντός του έτους το σύνολο
των εισηγήσεων που εκφωνήθηκαν
στη διάρκεια της Ημερίδας. Παράλληλα,
η διδακτορική μου διατριβή θα
εκδοθεί υπό τη μορφή βιβλίου ελπίζω
ώς το ερχόμενο φθινόπωρο, ενώ
επιπροσθέτως έπονται μία διάλεξη
στις 14 Μαΐου 2005 στο βιβλιοπωλείο
των εκδόσεων «Άρδην» (Σουλτάνη
8, Αθήνα) με τίτλο: «Η Φιλοσοφία
της Ιστορίας του Κώστα Παπαϊωάννου
ως υβρίδιο μιας θεωρίας χειραφέτησης»
καθώς και ένα άρθρο στο τεύχος
Β΄ εξαμήνου 2005 του περιοδικού:
Ευτοπία. Οι προοπτικές αυτές,
καθώς συνοδεύονται από ένα ακαδημαϊκό
πλέον ενδιαφέρον για την ένταξη
του φιλοσόφου στο ιστορικο-φιλοσοφικό
γίγνεσθαι του 20ου αιώνα και από
μία πρόθεση διαλογικής κριτικής
με τις θέσεις του, εκδηλώνουν
μια γενικότερη στάση στον πανεπιστημιακό
χώρο. Η εν λόγω τάση συνοψίζεται
στο εξής: η συνεπής και τεκμηριωμένη
«συνδιαλλαγή» με το έργο των σύγχρονων
ελλήνων φιλοσόφων δεν μπορεί περαιτέρω
να περιορίζεται μεταξύ μιας άκριτης
«αγιοποίησης» και ενός αδικαιολόγητου
«ενταφιασμού», παρά πρέπει να
εξαντλείται απλώς και μόνο σε
μια πιστή και «δίκαιη» ερμηνευτική
ανασυγκρότηση του έργου τους.
Από τη συνέχιση του έργου αυτού
στα ελληνικά πανεπιστήμια εξαρτάται
εν πολλοίς και η ομαλή πρόσληψη
της θεωρίας των ελλήνων φιλοσόφων
του 20ου αιώνα στις επερχόμενες
γενιές που θα επεκτείνουν τη μελέτη
τους, που θα γίνουν φορείς των
ιδεών του νέου αιώνα.
|